Αρχιτεκτονική πριν και μετά τη κρίση.

κειμενο

Οι επιπτώσεις του ξαφνικού σεισμού της Ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης απλώνονται σαν τσουνάμι προς κάθε κατεύθυνση, κατακλύζοντας μεταξύ πολλών άλλων και το πεδίο της οικοδομής: Τα στεγαστικά δάνεια στέρεψαν, οι οικοδομικές άδειες κάνουν βουτιά, οι εμπορικές χρήσεις συρρικνώνονται, η ζήτηση διαμερισμάτων εξατμίζεται, οι εξοχικές κατοικίες κατρακυλάνε. Πολλοί αρχιτέκτονες νοιώθουν πρωτόγνωρη ανασφάλεια, όπως βέβαια και χιλιάδες άλλοι.

Είναι γεγονός ότι η θεομηνία έπιασε πολλούς στον ύπνο, διακόπτοντας φιλόδοξα όνειρα, τάσεις, επιδιώξεις, ψευδαισθήσεις. Τα νέα δεδομένα τερματίζουν μια περίοδο εικονικής ανάπτυξης και φαινομενικής ευμάρειας στηριγμένης σε μεγάλο βαθμό στον πλασματικό πλούτο του δανείου και της πιστωτικής κάρτας. Μαζί ανατρέπεται αναπόφευκτα και το αρχιτεκτονικό σκηνικό που πλαισιώνει τη κοινωνία της κατανάλωσης επί πιστώσει.

Για πολλούς η κοινωνική καταξίωση ήταν η μεζονέτα βόρεια ή ανατολικά της Αθήνας, τα Σαββατοκύριακα στο εξοχικό με το διψασμένο 4X4, οι έφοδοι στα επιδεικτικά καταναλωτήρια ημέρας ή νύχτας. Αυτό το γενικό τρίπτυχο είχε βέβαια και το αντίκρισμά του στον κατασκευαστικό τομέα, ο οποίος προσαρμόστηκε στο πανηγύρι του lifestyle προωθώντας τη γκλαμουράτη σκηνογραφία και αλλοιώνοντας το φυσικό περιβάλλον και τον παλαιό αστικό ιστό.

Έχει ενδιαφέρον να φρεσκάρουμε τη μνήμη μας για το πώς έβλεπε η αρχιτεκτονική δημοσιογραφία το ανέμελο κλίμα της εποχής. Πριν 3½ χρόνια, η Καθημερινή δημοσίευσε ένα άρθρο του Νίκου Βατόπουλου με τίτλο «Οι μικρές πόλεις μέσα στη μεγάλη» και υπότιτλο «Η διάχυση των εμπορικών πάρκων στην Ελλάδα επαναφέρει ζητήματα ορισμού της σχέσης μας με το αστικό τοπίο και τον ελεύθερο χρόνο».

Πρόκειται για μια γενική ανασκόπηση της τότε ατμόσφαιρας, όταν ο καταναλωτικός παροξυσμός πολλαπλασίαζε τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια των κυρίαρχων συλλογικών αξιών, τους «ναούς του εμπορίου και της αναψυχής», στην Αττική αλλά και την υπόλοιπη χώρα. Διαβάζοντας σήμερα το κείμενο με το πρίσμα των πρόσφατων οικονομικών εξελίξεων, νομίζει κανείς ότι πρόκειται για μια άλλη χώρα. Παραθέτω εδώ μερικά αποσπάσματα τονίζοντας κάποια σημεία:

«Κάθε Σάββατο, έξω από τα μεγάλα περιαστικά ή προαστιακά πολυκαταστήματα, εμπορικά κέντρα και σύνθετα πάρκα κατανάλωσης και αναψυχής, συμβαίνουν ειρηνικές διαδηλώσεις υπέρ ενός τρόπου ζωής, που, στην Ελλάδα τουλάχιστον, ήταν άγνωστος πριν από λίγα χρόνια. Ο καθημερινός Έλληνας ζει το δικό του «ελληνικό όνειρο», που σε πολλά σημεία έχει αντιστοιχίες με το προ 50ετίας αμερικανικό όνειρο. Οι οικογενειακές εξορμήσεις τα Σάββατα, κυρίως, (και τις Κυριακές επίσης το ίδιο θα συνέβαινε αν η νομοθεσία ήταν φιλελεύθερη) έχουν τον χαρακτήρα επιδρομών σε καταστήματα οικιακού εξοπλισμού ή ένδυσης, δευτερευόντως, που λόγω της χρονοβόρου διαδικασίας που απαιτούν τρώνε ένα μεγάλο μέρος του πολύτιμου, κατά τ’ άλλα, ελεύθερου χρόνου του μεσοαστού. Δεν υπάρχει διάθεση κριτικής, γιατί, όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είμαστε κομμάτι αυτής της κουλτούρας που δεν είναι μόνο καταναλωτική αλλά και πολιτισμική. Ο Έλληνας προτιμάει να πάει στο νέο εμπορικό πάρκο του αεροδρομίου ή στο νέο, επίσης, εμπορικό κέντρο στο Δέλτα Φαλήρου, παρά να πάει στη Φύση ή σε ένα μουσείο ή μία εκδρομή. Οι προτεραιότητες του μέσου όρου είναι πλέον ξεκάθαρες και σαφείς.»

Κατά το άρθρο, η κουλτούρα αυτή αναδεικνύει τον καταναλωτισμό σε πολιτισμική έκφραση και συνδιαλέγεται με την αντίστοιχη αρχιτεκτονική, η οποία διατρανώνει την παρουσία της στο αστικό τοπίο και το μπολιάζει με νέους κοινωνικούς πόλους έλξης πιο ισχυρούς από τους προϋπάρχοντες:

«Και όλη αυτή η σύγχρονη κουλτούρα της νέας κινητικότητας από τις πολυκατοικίες στους ναούς του εμπορίου και της αναψυχής, από το μικρό ιδιωτικό σύμπαν στο χαοτικό δημόσιο, από τα προάστια στην πέραν των προαστίων γη, από τα suburbia στα exurbia, ακολουθεί κύκλους που εγγράφονται στο ύφος και την ατμόσφαιρα της πόλης. Τα νέα αστικά τοπόσημα, δεν είναι σήμερα, στην Αθήνα τουλάχιστον, θεσμικά κατοχυρωμένες λειτουργίες μιας συνεκτικής κοινωνίας, δεν είναι δηλαδή μία Tate Modern α λα ελληνικά, αλλά ένα “πάρκο” που πουλάει φθηνούς καναπέδες, ηλεκτρικά είδη, υπολογιστές και αθλητικά ρούχα. Από κοντά, μπορεί κανείς να φάει προκατασκευασμένη τροφή και να δει μία κινηματογραφική ταινία σε ένα περιβάλλον ταυτόσημης, αναγνωρίσιμης και απόλυτα λειτουργικής αρχιτεκτονικής.»

Το ότι «στα περισσότερα από τα κατασκευάσματα αυτά επικρατεί η λογική του big box» (όπως π.χ. στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς ή το Ολυμπιακό Κολυμβητήριο του Πεκίνου) αναφέρεται ως μειονέκτημα, το οποίο ωστόσο παραμερίζεται από την συμβολή τους στη ζωντάνια της πόλης:

«Από την άλλη, όμως, το πολύβουο πλήθος, η ζωντάνια ενός δημόσιου χώρου, που είχε εξοβελισθεί από τις πόλεις για αρκετές δεκαετίες, απαλύνει τα αισθητικά μειονεκτήματα και τα εξισορροπεί με αξίες αστικής συνύπαρξης

Η νέα ‘πολιτιστική’ τάση εξαπλώνεται και στην Ελληνική επαρχία, μειώνοντας την απόσταση από τις άλλες χώρες ώστε να μη νιώθουμε ότι η δική μας είναι υπανάπτυκτη και «συγκρίσιμη μόνο με χώρες του πρώην κομμουνιστικού κόσμου». Παρόλο που δεν έχουμε «την πολιτική επιλογή της υψηλής αρχιτεκτονικής δημιουργώντας φαντασμαγορίες καταναλωτικής εμπειρίας σε περιβάλλοντα με υπογραφές μεγάλων αρχιτεκτόνων» όπως στην Potsdamer Plaz του Βερολίνου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να ελπίζουμε ότι σύντομα θα περιληφθούμε στη «χαρτογράφηση του νέου καταναλωτισμού», κάνοντας υπερήφανους τους Έλληνες καταναλωτές για τα νέα αστραφτερά διαμάντια τους:

«Η Ελλάδα αναδύεται ως μία ελκυστική αγορά και η καταναλωτική μανία των Ελλήνων είναι βέβαιο ότι θα συμβάλει στη διεύρυνση του φαινομένου. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε κοινωνίες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης ή στην Τουρκία, η Ελλάδα διαφοροποιείται με τη διευρυμένη κοινωνική βάση πάνω στην οποία πατάει η κουλτούρα του μεσοαστικού καταναλωτισμού.
…Είναι πολύ πιθανόν ότι η νέα αυτή κοινωνική συνθήκη θα ζητήσει να εκπροσωπηθεί και αρχιτεκτονικά.
Η καταναλωτική κουλτούρα γίνεται βαρόμετρο των διεθνών πόλεων. Γι’ αυτό και στις αναδυόμενες στη Δύση κοινωνίες της ευρωπαϊκής Ανατολής, κάθε νέο εμπορικό πάρκο γεμίζει τους κατοίκους με μία περηφάνια που δύσκολα κρύβεται

stasinopoulos.2010.09.02.jpg

Σήμερα, αυτός ο ύμνος για το «καταναλώνω, άρα υπάρχω» και τις αρχιτεκτονικές ενσαρκώσεις του φαντάζει εντελώς παράφωνος. Τώρα η ψευδαίσθηση ότι το πάρτι δεν έχει τέλος διαλύεται από το τσουνάμι οικονομικών μέτρων που καταβρέχει λίγο-πολύ όλους. Και καθώς η εικονική ευμάρεια θάβεται από την ύφεση, η ‘διπολική διαταραχή‘ της κοινωνίας μας περνά από την φάση της μανίας στην φάση της κατάθλιψης. Η απεξάρτηση από τον καταναλωτικό εθισμό δεν είναι εύκολη ή ανώδυνη υπόθεση.

Ποιές άραγε θα είναι οι επιπτώσεις στην Ελληνική αρχιτεκτονική στα επόμενα χρόνια; Τι πορεία θα πάρουν τα μεγάλα ιδιωτικά και δημόσια έργα που βρίσκονται ήδη στο τραπέζι; Με τις δημόσιες και τραπεζικές στρόφιγγες κλειστές, τι μέλλον έχει το επαγγελματικό πεδίο των αρχιτεκτόνων; Σε τι βαθμό θα συντηρήσουν την αρχιτεκτονική στη χώρα μας οι ανθεκτικοί ‘έχοντες’ και τι χαρακτήρα θα της δώσουν; Τι επιπτώσεις θα έχει στην αρχιτεκτονική παιδεία και πράξη η κοινωνία δύο ταχυτήτων που διαγράφεται στον ορίζοντα;

Όσο συνεχίζονται οι μετασεισμοί, είναι πρόωρο να απαντήσει κανείς σε τέτοια ερωτήματα. Το βέβαιο είναι ότι η καταναλωτική αφέλεια και τα αρχιτεκτονικά παράγωγά της υπέστησαν ένα ισχυρό πλήγμα. Αλλά «ουδέν κακόν αμιγές καλού»: Ίσως τώρα είναι μια καλή ευκαιρία να επανεξετάσουμε τις προτεραιότητές μας, τις κοινωνικές όσο και τις αρχιτεκτονικές. Να γίνουμε πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην αρχιτεκτονική σε συσκευασία δώρου. Να αντιμετωπίσουμε με πιο κριτικό μάτι τον αρχιτεκτονικό ναρκισσισμό. Να διαγράψουμε τη σπατάλη και την επίδειξη από τις αρχιτεκτονικές αρετές. Να αντιληφθούμε ότι κάθε αρχιτεκτονική μορφή έχει οικονομικό και περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Και προεκτείνοντας το οικονομικό μάθημα, να σταματήσουμε να θεωρούμε την φύση σαν μια τράπεζα που μας δανείζει εσαεί.

Το κυριότερο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι μετά το σήμερα υπάρχει και το αύριο. Ας ελπίσουμε ότι όσα θα ακολουθήσουν θα έχουν μια πιο σοφή και βιώσιμη βάση, εκτοπίζοντας τις ζαχαρωμένες αλλά ανούσιες τσιχλόφουσκες.

«Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί» (Πλάτων)


Θάνος Ν. Στασινόπουλοs

Πηγή: http://www.greekarchitects.gr/gr/αλφαδιές/μετά-τις-τσιχλόφουσκες-id3360

Δρ. Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ, AAGradDipl.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *